βοαγίδης

βοαγίδης
βο-αγίδης, der Ochsenwegtreiber, Herkules

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βοαγίδα — βοαγίδᾱ , βοαγίδης masc nom/voc/acc dual βοαγίδης masc voc sg βοαγίδᾱ , βοαγίδης masc gen sg (doric aeolic) βοαγίδης masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοαγίδας — βοαγίδᾱς , βοαγίδης masc acc pl βοαγίδᾱς , βοαγίδης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”